Η ευαγγελική περικοπή του εκ γενετής τυφλού φανερώνει με σαφήνεια ότι ο Χριστός δεν είναι απλώς ένας θαυματουργός διδάσκαλος, αλλά το Φως του κόσμου, εκείνος που χαρίζει όχι μόνο τη σωματική όραση, αλλά κυρίως την πνευματική γνώση και τη δυνατότητα αληθινής κοινωνίας με τον Θεό. Το θαύμα δεν περιορίζεται στην αποκατάσταση μιας φυσικής αδυναμίας· γίνεται σημείο αποκαλύψεως της θεότητος του Χριστού και συγχρόνως κριτήριο για τη στάση του ανθρώπου απέναντι στην αλήθεια.
Στην αρχή της διήγησης τίθεται ένα διαχρονικό ερώτημα: ποια είναι η σχέση της αμαρτίας με τον ανθρώπινο πόνο; Ο Χριστός απορρίπτει την απλοϊκή και σκληρή αντίληψη ότι κάθε δοκιμασία είναι άμεση τιμωρία για συγκεκριμένη αμαρτία. Δεν εγκλωβίζει τον άνθρωπο σε μια ηθική λογική, αλλά μετατοπίζει το βλέμμα στο έργο του Θεού. Έτσι δείχνει ότι ο πόνος, χωρίς να παύει να είναι οδυνηρός και ξένος προς την αρχική αγαθότητα της δημιουργίας, μπορεί να γίνει τόπος φανερώσεως της θείας χάριτος. Ο Θεός δεν θέλει το κακό, αλλά μέσα στην πεπτωκυία κατάσταση του κόσμου ενεργεί σωτηριωδώς, μεταμορφώνοντας ακόμη και την ανθρώπινη οδύνη σε ευκαιρία θεϊκής αποκαλύψεως.
Η θεραπεία του τυφλού γίνεται με τρόπο ιδιαίτερα συμβολικό. Ο Χριστός χρησιμοποιεί πηλό και ύδωρ, στοιχεία της κτίσεως, φανερώνοντας ότι ο Δημιουργός είναι και Αναδημιουργός. Εκείνος που έπλασε τον άνθρωπο από τη γη έρχεται τώρα να συμπληρώσει αυτό που λείπει, να αποκαταστήσει την τραυματισμένη φύση. Η πράξη αυτή έχει και μυστηριακή διάσταση: η θεία ενέργεια δεν καταργεί την ύλη, αλλά τη χρησιμοποιεί ως όργανο σωτηρίας. Γι’ αυτό και η παράδοση της Εκκλησίας βλέπει εδώ έναν υπαινιγμό για το λουτρό της νέας ζωής, για τη βαπτισματική πορεία από το σκοτάδι στο φως.
Εξίσου σημαντική είναι η εσωτερική πορεία του θεραπευμένου ανθρώπου. Στην αρχή γνωρίζει τον ευεργέτη του με περιορισμένο τρόπο. Σιγά σιγά, όμως, μέσα από την ανάκριση, την αμφισβήτηση και την πίεση των άλλων, οδηγείται σε βαθύτερη ομολογία. Αυτό είναι πολύ ουσιαστικό θεολογικά: η πίστη δεν εμφανίζεται πάντοτε ως πλήρης και ώριμη από την πρώτη στιγμή, αλλά μπορεί να αναπτύσσεται μέσα από την εμπειρία της χάριτος, τη δοκιμασία και την πιστή στάση απέναντι στην αλήθεια. Ο πρώην τυφλός δεν έχει θεολογική παιδεία ούτε κοινωνικό κύρος· έχει όμως την απλότητα της εμπειρίας. Και αυτή η εμπειρία τον οδηγεί τελικά στην προσκύνηση του Χριστού.
Αντίθετα, όσοι θεωρούν ότι βλέπουν, παραμένουν πνευματικά τυφλοί. Η σωματική τύφλωση θεραπεύεται· η πνευματική τύφλωση, όμως, παραμένει όταν ο άνθρωπος κλείνεται στην εγωϊστική αυτάρκεια, στη θρησκευτική υπερηφάνεια και στην άρνηση της αλήθειας. Οι Φαρισαίοι δεν αδυνατούν να καταλάβουν επειδή τους λείπει η γνώση, αλλά επειδή δεν θέλουν να δεχθούν ότι ο Θεός ενεργεί έξω από τα σχήματα της δικής τους βεβαιότητας. Έτσι η γνώση, αποκομμένη από την ταπείνωση, γίνεται εμπόδιο σωτηρίας.
Η περικοπή, λοιπόν, δεν μιλά μόνο για έναν άνθρωπο που ανέβλεψε πριν από δύο χιλιάδες χρόνια. Μιλά για κάθε άνθρωπο που καλείται να περάσει από το σκοτάδι στο φως, από την άγνοια στη γνώση του Θεού, από τη θρησκευτική επιφάνεια στην προσωπική συνάντηση με τον Χριστό. Ο αληθινός φωτισμός δεν είναι απλώς διανοητική κατανόηση, αλλά αποκάλυψη προσώπου· είναι η στιγμή κατά την οποία ο άνθρωπος αναγνωρίζει στον Ιησού τον Κύριο και Θεό και προσφέρεται σε σχέση πίστεως και κοινωνίας μαζί Του.
Γι’ αυτό και η Κυριακή του Τυφλού, τοποθετημένη στην πασχάλια περίοδο, έχει αναστάσιμο χαρακτήρα. Ο αναστημένος Χριστός φωτίζει τον κόσμο και ανοίγει τα μάτια της ψυχής. Η Ανάσταση δεν είναι μια ιδέα, αλλά η νίκη του φωτός επί του σκότους, της αλήθειας επί της πλάνης, της ζωής επί της φθοράς. Όποιος συναντά πραγματικά τον Χριστό, αρχίζει να βλέπει αλλιώς: τον Θεό, τον εαυτό του, τον άλλον και όλη την κτίση.
