Είναι ίσως από τα πιο δύσκολα ερωτήματα που μπορεί να κάνει ένας άνθρωπος.
«Αν ο Θεός μπορεί να τα αλλάξει όλα, γιατί αφήνει ανθρώπους να πονάνε;»
Γιατί δεν σταματά έναν πόλεμο;
Γιατί επιτρέπει την αδικία;
Γιατί αφήνει έναν άνθρωπο να πληγώσει έναν άλλον;
Γιατί δεν κάνει ένα θαύμα κάθε φορά που κάποιος προσεύχεται;
Η απάντηση της πίστης δεν είναι ότι ο Θεός αγαπά το κακό.
Το αντίθετο.
Ο Θεός δεν δημιούργησε τον άνθρωπο για να είναι μηχανή που υπακούει χωρίς επιλογή.
Του έδωσε ελευθερία.
Και η ελευθερία είναι τρομακτικά μεγάλη δωρεά.
Γιατί με την ίδια ελευθερία που ο άνθρωπος μπορεί να πει:
«Θεέ μου, Σε αγαπώ»
μπορεί και να επιλέξει το αντίθετο.
Μπορεί να αγαπήσει.
Μπορεί όμως και να μισήσει.
Μπορεί να βοηθήσει.
Μπορεί και να αδικήσει.
Μπορεί να χτίσει.
Μπορεί και να καταστρέψει.
Και ο Θεός δεν μας αγαπά τόσο λίγο ώστε να μας αφαιρέσει την ελευθερία μας.
Αλλά τότε… πού είναι ο Θεός μέσα στον πονά;
Εδώ βρίσκεται το συγκλονιστικότερο σημείο της χριστιανικής πίστης:
Ο Θεός δεν έμεινε μακριά από τον ανθρώπινο πόνο.
Ο Χριστός μπήκε μέσα στην ανθρώπινη ιστορία.
Πείνασε.
Κουράστηκε.
Έκλαψε.
Προδόθηκε.
Αδικήθηκε.
Σταυρώθηκε.
Δεν μας είπε:
«Δεν θα πονέσετε ποτέ.»
Μας έδειξε:
«Θα είμαι μαζί σας ακόμη και μέσα στον πόνο.»
Και ο Σταυρός έγινε η απόδειξη ότι ο Θεός δεν κοιτάζει τον ανθρώπινο πόνο από απόσταση.
Τον σηκώνει μαζί μας.
Ίσως λοιπόν το ερώτημα δεν είναι μόνο:
«Γιατί ο Θεός επιτρέπει να συμβαίνουν αυτά;»
Αλλά και:
«Τι θα κάνω εγώ με την ελευθερία που μου έδωσε;»
Γιατί μπορεί να μην μπορώ να αλλάξω ολόκληρο τον κόσμο.
Μπορώ όμως σήμερα να μη γίνω άλλη μία αιτία πόνου.
Μπορώ να συγχωρήσω.
Να βοηθήσω.
Να μιλήσω με καλοσύνη.
Να σταθώ δίπλα σε κάποιον.
Και κάπως έτσι, το σκοτάδι μικραίνει.
Όχι επειδή εξαφανίστηκε μαγικά.
Αλλά επειδή κάποιος αποφάσισε να ανάψει ένα φως
