WHAT ARE YOU LOOKING FOR?

Popular Tags

Πώς βοηθά ο Χριστός τον άνθρωπο που πονά;

Το ερώτημα είναι εύλογο και βαθιά ανθρώπινο: πώς μπορεί πρακτικά να ωφεληθεί ένας άνθρωπος που υποφέρει, όταν του λέμε ότι ο Χριστός γνώρισε την οδύνη, σταυρώθηκε και αναστήθηκε; Αρκεί να πούμε ότι «ο Θεός καταλαβαίνει τον πόνο μας»;

Η απάντηση της Ορθόδοξης Εκκλησίας δεν είναι πρώτα μια λογική εξήγηση του πόνου. Δεν προσφέρει ένα θεωρητικό σχήμα που απαντά σε κάθε «γιατί». Η Εκκλησία δεν στέκεται μπροστά στον πάσχοντα σαν φιλόσοφος που αναλύει το κακό από απόσταση, αλλά σαν Μητέρα που δείχνει τον Εσταυρωμένο και Αναστημένο Χριστό και λέει: ο Θεός δεν έμεινε έξω από τον πόνο· μπήκε μέσα σε αυτόν, τον πάλεψε και τον νίκησε.

Αυτό δεν σημαίνει ότι ο πόνος παύει αμέσως. Δεν σημαίνει ότι η ασθένεια εξαφανίζεται. Δεν σημαίνει ότι ο άνθρωπος λαμβάνει πάντοτε μια καθαρή απάντηση για το γιατί του συνέβη κάτι. Σημαίνει όμως ότι ο πόνος δεν είναι πλέον ένας σκοτεινός τόπος απουσίας του Θεού. Μπορεί να γίνει, μέσα στη χάρη, τόπος συνάντησης, προσευχής, μετάνοιας, ταπείνωσης, αγάπης και ελπίδας.

Τι δεν λέει η Ορθόδοξη Εκκλησία για τον πόνο

Πρώτα χρειάζεται να ξεκαθαρίσουμε τι δεν λέει η Ορθόδοξη Εκκλησία.

Η Εκκλησία δεν λέει ότι ο πόνος είναι καλός από μόνος του. Η ασθένεια, η φθορά, ο θάνατος, η διάλυση της ανθρώπινης ζωής δεν ανήκουν στο αρχικό θέλημα του Θεού για τον άνθρωπο. Ο Θεός δημιούργησε τον άνθρωπο για ζωή, κοινωνία, αγάπη και θέωση. Ο θάνατος χαρακτηρίζεται από τον Απόστολο Παύλο ως «ἔσχατος ἐχθρός»· δεν είναι φίλος του ανθρώπου ούτε φυσική τελείωση της ύπαρξής του, αλλά εχθρός που νικήθηκε από τον Χριστό.

Επίσης, η Ορθοδοξία δεν λέει ότι κάθε πόνος είναι άμεση τιμωρία του Θεού. Αυτή είναι μια πολύ επικίνδυνη παρεξήγηση. Στο Ευαγγέλιο, όταν οι μαθητές ρωτούν για τον εκ γενετής τυφλό, «ποιός αμάρτησε, αυτός ή οι γονείς του;», ο Χριστός αρνείται αυτή την απλοϊκή σύνδεση ανάμεσα στην προσωπική αμαρτία και τη σωματική δοκιμασία. Δεν επιτρέπει να μετατρέψουμε τον πόνο του άλλου σε θεολογικό δικαστήριο.

Ακόμη, η Εκκλησία δεν λέει ότι ο άνθρωπος πρέπει να μη λυπάται, να μη φοβάται, να μη θρηνεί. Ο ίδιος ο Χριστός δάκρυσε μπροστά στον τάφο του Λαζάρου. Στη Γεθσημανή ένιωσε αγωνία. Πάνω στον Σταυρό κραύγασε και προσευχήθηκε. Άρα η θλίψη, το δάκρυ, η εσωτερική πάλη δεν είναι από μόνα τους απιστία. Μπορούν να γίνουν προσευχή.

Τι σημαίνει ότι ο Χριστός γνώρισε την οδύνη

Το κέντρο της Ορθόδοξης απάντησης βρίσκεται στην Ενανθρώπηση. Ο Υιός και Λόγος του Θεού έγινε αληθινός άνθρωπος. Δεν φάνηκε απλώς ως άνθρωπος. Δεν φόρεσε ανθρώπινη φύση σαν εξωτερικό ένδυμα. Προσέλαβε πλήρως την ανθρώπινη ύπαρξη, εκτός από την αμαρτία.

Αυτό είναι καθοριστικό.

Ο Χριστός πείνασε, δίψασε, κουράστηκε, πόνεσε, δάκρυσε, προδόθηκε, εγκαταλείφθηκε, λοιδορήθηκε, βασανίστηκε και πέθανε. Η οδύνη Του δεν ήταν θεατρική. Δεν ήταν φαινομενική. Ήταν πραγματική ανθρώπινη οδύνη.

Όμως εδώ υπάρχει μία βασική θεολογική πραγματικότητα: Αυτός που πάσχει κατά την ανθρώπινη φύση είναι το ίδιο το Πρόσωπο του Θεού Λόγου. Η θεία φύση δεν παθαίνει με τον τρόπο που πάσχει η κτιστή ανθρώπινη φύση. Ο Θεός είναι απαθής. Αλλά το πρόσωπο του Χριστού είναι ένα. Γι’ αυτό η Εκκλησία μπορεί να πει ότι ο Θεός Λόγος γεύθηκε πραγματικά τον ανθρώπινο πόνο μέσα από την ανθρώπινη φύση που προσέλαβε.

Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος διατυπώνει την περίφημη αρχή: «τὸ γὰρ ἀπρόσληπτον, ἀθεράπευτον». Δηλαδή, ό,τι δεν προσλήφθηκε από τον Χριστό, δεν θεραπεύθηκε. Επειδή ο Χριστός προσέλαβε την ανθρώπινη φύση στην πληρότητά της, θεράπευσε ολόκληρη την ανθρώπινη ύπαρξη.

Άρα, όταν λέμε ότι ο Χριστός «καταλαβαίνει» τον πόνο μας, δεν εννοούμε απλώς ότι έχει συμπόνια από μακριά. Εννοούμε ότι ο Θεός εισήλθε προσωπικά στην ανθρώπινη τραγικότητα. Δεν παρατήρησε τον πόνο από τον ουρανό. Τον έζησε ως άνθρωπος, χωρίς να πάψει να είναι Θεός.

Πώς βοηθά αυτό πρακτικά έναν άνθρωπο που πονά;

Εδώ βρίσκεται το πιο κρίσιμο σημείο. Ο πάσχων μπορεί να ρωτήσει: «Ωραία όλα αυτά, αλλά τι αλλάζει για μένα; Εγώ πονώ τώρα. Εγώ φοβάμαι. Εγώ είμαι στο νοσοκομείο. Εγώ έχασα άνθρωπο. Εγώ έχω κατάθλιψη. Πώς με βοηθά ο Σταυρός και η Ανάσταση;»

Η Ορθόδοξη απάντηση μπορεί να δοθεί σε τέσσερα επίπεδα.

α) Ο πάσχων δεν είναι μόνος

Η πρώτη βοήθεια είναι η άρση της απόλυτης μοναξιάς.

Ο πόνος απομονώνει. Ο άνθρωπος που υποφέρει συχνά νιώθει ότι κανείς δεν μπορεί να μπει πραγματικά μέσα σε αυτό που ζει. Ακόμη και όταν οι άλλοι τον αγαπούν, υπάρχει ένα βάθος πόνου που μένει ανέκφραστο.

Η Εκκλησία λέει ότι εκεί ακριβώς μπορεί να σταθεί ο Χριστός. Όχι ως ιδέα, αλλά ως ζωντανό Πρόσωπο.

Ο Χριστός δεν λέει απλώς: «σε καταλαβαίνω». Λέει: «Έχω περάσει από την αγωνία, την εγκατάλειψη, τον φόβο, τον σωματικό πόνο, τον θάνατο. Μπορείς να μη μείνεις μόνος μέσα σε αυτά».

Αυτό έχει πρακτική σημασία στην προσευχή. Ο άνθρωπος μπορεί να ανοίξει την καρδιά του στον Θεό: «Κύριε, δεν μπορώ να εξηγήσω αυτό που ζω. Δεν έχω δύναμη. Δεν έχω δυνατή πίστη. Αλλά Εσύ που σταυρώθηκες, μπες μέσα στον πόνο μου. Μη με αφήσεις να χαθώ στην απελπισία.»

Αυτή η μορφή προσευχής δεν είναι ψυχολογική αυθυποβολή. Είναι άνοιγμα της πληγής στη χάρη του Θεού.

β) Ο πόνος δεν εξιδανικεύεται, αλλά μπορεί να μεταμορφωθεί

Η Ορθοδοξία δεν ζητά από τον άνθρωπο να αγαπήσει τον πόνο. Δεν του λέει: «Μην κλαις». Δεν του λέει: «Αν είχες πίστη, δεν θα υπέφερες». Του λέει κάτι άλλο: μην αφήσεις τον πόνο να σε αποκόψει από τον Θεό και από τους ανθρώπους.

Ο πόνος μπορεί να κάνει τον άνθρωπο σκληρό, πικρό, απελπισμένο. Μπορεί όμως, μέσα στη χάρη, να γίνει τόπος εκπαιδεύσεως της καρδιάς. Ο άνθρωπος που πονά μπορεί να μάθει να συμπονά. Να καταλαβαίνει βαθύτερα τους άλλους. Να γκρεμίσει ψεύτικες αυτάρκειες. Να προσευχηθεί πιο αληθινά. Να διακρίνει τι είναι ουσιώδες και τι δευτερεύον.

Αυτό δεν σημαίνει ότι ο πόνος είναι καλός. Σημαίνει ότι ο Θεός μπορεί να πάρει ακόμη και το κακό, ακόμη και τη φθορά, ακόμη και την αδικία, και να τα μετατρέψει σε δρόμο σωτηρίας.

Ο Σταυρός είναι ακριβώς αυτό: το μεγαλύτερο ανθρώπινο έγκλημα γίνεται, χωρίς να πάψει να είναι έγκλημα, τόπος φανέρωσης της θείας αγάπης και αρχή της σωτηρίας.

γ) Η Ανάσταση δίνει στον πόνο εσχατολογική προοπτική

Αν δεν υπάρχει Ανάσταση, τότε ο πόνος είναι τελικά παράλογος. Αν ο θάνατος έχει την τελευταία λέξη, τότε κάθε παρηγοριά είναι προσωρινή.

Η Ορθόδοξη πίστη όμως δεν σταματά στον Εσταυρωμένο. Ο Εσταυρωμένος είναι και Αναστημένος.

Αυτό σημαίνει ότι ο πόνος δεν έχει τον τελικό λόγο. Η ασθένεια δεν έχει τον τελικό λόγο. Η αδικία δεν έχει τον τελικό λόγο. Ο τάφος δεν έχει τον τελικό λόγο.

Ο πιστός που πονά δεν καλείται απλώς να «αντέξει». Καλείται να ενωθεί με τον Χριστό, γνωρίζοντας ότι η ζωή του δεν τελειώνει στο πάθος, αλλά προσδοκά την Ανάσταση. Γι’ αυτό ο Απόστολος Παύλος μπορεί να μιλά για συμμετοχή στα παθήματα του Χριστού και συγχρόνως για συμμετοχή στη δόξα Του.

Αυτό δεν εξαφανίζει αυτόματα το δάκρυ. Το φωτίζει όμως με άλλη προοπτική. Ο χριστιανός δεν λέει: «Δεν πονώ». Λέει: «Πονώ, αλλά δεν ανήκω στον θάνατο. Ανήκω στον Χριστό που νίκησε τον θάνατο».

δ) Η Εκκλησία δίνει συγκεκριμένους τρόπους μετοχής στη χάρη

Η Ορθόδοξη απάντηση δεν είναι μόνο θεωρία. Είναι εκκλησιαστική ζωή. Ο πάσχων δεν βοηθιέται μόνο με λόγια, αλλά με τη συμμετοχή του στο Σώμα του Χριστού.

1. Η Θεία Ευχαριστία

Στη Θεία Κοινωνία ο άνθρωπος δεν παίρνει απλώς παρηγοριά. Ενώνεται με τον ίδιο τον Χριστό. Κοινωνεί το Σώμα και το Αίμα Εκείνου που πέθανε και αναστήθηκε. Αυτό είναι η βαθύτερη απάντηση της Εκκλησίας στον θάνατο.

2. Το Ευχέλαιο

Το Μυστήριο του Ευχελαίου φανερώνει ότι η Εκκλησία προσεύχεται για τον όλο άνθρωπο: σώμα και ψυχή. Ζητά ίαση, συγχώρηση, ενίσχυση, παρηγοριά, φωτισμό.

3. Η Εξομολόγηση

Στον πόνο συχνά ανεβαίνουν στην επιφάνεια φόβοι, θυμοί, ενοχές, παλιές πληγές. Η εξομολόγηση δεν είναι ηθική ανάκριση, αλλά θεραπευτική συνάντηση με το έλεος του Θεού.

4. Η κοινή προσευχή της Εκκλησίας

Ο πάσχων δεν σηκώνει μόνος του τον σταυρό. Η Εκκλησία μνημονεύει, παρακαλεί, στέκεται δίπλα του. Η κοινότητα γίνεται σημείο της παρουσίας του Χριστού.

5. Η παρουσία των αδελφών

Η απάντηση στον πόνο δεν είναι μόνο «προσευχήσου», αλλά και «θα σταθώ κοντά σου». Η αγάπη του Θεού πρέπει να γίνει ανθρώπινη παρουσία, φροντίδα, επίσκεψη, σιωπή, πρακτική βοήθεια.

Το μυστήριο του κακού

Το ερώτημα του κακού παραμένει φοβερό: γιατί ο Θεός επιτρέπει την ασθένεια, την αδικία, τον θάνατο, τον πόνο των αθώων;

Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν δίνει εύκολη απάντηση. Μιλά για μυστήριο. Όχι για να αποφύγει το ερώτημα, αλλά επειδή αναγνωρίζει ότι το κακό δεν εξηγείται πλήρως με ανθρώπινες έννοιες.

Μερικά όμως σημεία είναι βασικά.

Πρώτον, ο Θεός δεν είναι δημιουργός του κακού. Το κακό δεν έχει δική του ουσία. Είναι παραμόρφωση, έλλειψη, απομάκρυνση από την κοινωνία με τον Θεό.

Δεύτερον, ο Θεός δημιούργησε τον άνθρωπο ελεύθερο. Χωρίς ελευθερία δεν υπάρχει αγάπη. Όμως η ελευθερία μπορεί να στραφεί εναντίον της ζωής. Από αυτή την τραγική κατάχρηση εισέρχονται στην ανθρώπινη εμπειρία η αμαρτία, η φθορά, η διάσπαση και ο θάνατος.

Τρίτον, ο Θεός δεν απαντά στο κακό καταργώντας βίαια την ανθρώπινη ελευθερία. Απαντά εισερχόμενος ο ίδιος στις συνέπειες της ανθρώπινης πτώσης. Η απάντηση του Θεού στο κακό είναι ο Χριστός: η Ενανθρώπηση, ο Σταυρός, η κάθοδος στον Άδη, η Ανάσταση.

Τέταρτον, η πλήρης νίκη πάνω στο κακό θα φανερωθεί στα έσχατα. Ζούμε ακόμη μέσα στην ιστορία, όπου η φθορά και ο θάνατος ενεργούν. Όμως η Ανάσταση του Χριστού είναι ήδη η αρχή της τελικής νίκης.

Έτσι, η Εκκλησία δεν λέει στον πονεμένο άνθρωπο: «Ξέρω ακριβώς γιατί σου συνέβη αυτό». Λέει: «Δεν γνωρίζω πλήρως το γιατί, αλλά γνωρίζω Ποιος είναι μαζί σου μέσα σε αυτό. Και γνωρίζω ότι Αυτός έχει νικήσει τον θάνατο».

Ο πόνος χωρίς Χριστό μπορεί να γίνει άβυσσος.

Ο πόνος με τον Χριστό μπορεί να γίνει Σταυρός.

Και ο Σταυρός, μέσα στην Εκκλησία, δεν είναι το τέλος. Είναι πέρασμα στην Ανάσταση.

© 2026 Νεανικά Σαλπίσματα - π. Αντώνιος Μπεζαΐτης, εφημέριος Ιερού Ναού Αγίου Στυλιανού Γκύζη Back To Top