Ήταν ένα ζεστό μεσημέρι του Ιουλίου.
Ο ήλιος έκαιγε και ο δρόμος προς το μοναστήρι ήταν γεμάτος σκόνη.
Ένας προσκυνητής, πριν φύγει, άφησε στον Γέροντα ένα μπουκάλι με παγωμένο νερό.
«Γέροντα», του είπε, «κρατήστε το για εσάς. Με τέτοια ζέστη θα σας δροσίσει.»
Ο Γέροντας τον ευχαρίστησε και το ακούμπησε στο τραπέζι.
Δεν πέρασε πολλή ώρα και έφτασε ένας εργάτης. Το πρόσωπό του ήταν κατακόκκινο από τον ήλιο, τα ρούχα του ήταν μούσκεμα στον ιδρώτα και τα χείλη του είχαν ξεραθεί.
Ο Γέροντας πήρε αμέσως το μπουκάλι και του το έδωσε.
«Πιες, παιδί μου. Το χρειάζεσαι περισσότερο από μένα.»
Ο άνθρωπος ήπιε λίγο νερό και δάκρυσε.
«Μα, Γέροντα, ήταν δικό σας…»
Κι εκείνος χαμογέλασε.
«Όχι. Ο Θεός το έστειλε στα χέρια μου μόνο για να φτάσει στα δικά σου.»
Οι μοναχοί τον ρώτησαν:
«Και εσείς; Δεν διψάτε;»
Ο Γέροντας αποκρίθηκε:
«Η μεγαλύτερη δροσιά δεν είναι το κρύο νερό. Είναι η χαρά να ξεδιψά ένας αδελφός σου.»
Η αληθινή αγάπη βλέπει πρώτα την ανάγκη του άλλου.
Όσα μας χαρίζει ο Θεός είναι ευκαιρίες να γίνουμε ευλογία για κάποιον.
Το καλοκαίρι διψά όχι μόνο το σώμα, αλλά και η καρδιά. Ένα ποτήρι νερό, ένα χαμόγελο και μια καλή κουβέντα μπορούν να γίνουν η πιο μεγάλη προσφορά.
«Όποιος δροσίζει τον συνάνθρωπό του με αγάπη, βρίσκει μέσα του την πιο γλυκιά δροσιά της χάρης του Θεού.»
