Η μνήμη του Αγίου Φανουρίου, στις 27 Αυγούστου, συνοδεύεται σε πολλές ενορίες από ένα φαινομενικά απλό, αλλά θεολογικά ενδιαφέρον φαινόμενο: τις φανουρόπιτες. Νηστίσιμες πίτες, ζυμωμένες με κόπο, αγάπη και προσδοκία, φθάνουν στους ναούς ως τάμα ή ως ευχαριστία. Πίσω όμως από αυτό το έθιμο αναδύονται ερωτήματα που αγγίζουν την πίστη, το ήθος και την εκκλησιαστική μας συνείδηση. Ποιος είναι ο Άγιος Φανούριος; Πώς διακρίνουμε τη λαϊκή ευσέβεια από τη δεισιδαιμονία; Και πού τελειώνει η αθωότητα μιας παραδομένης συνήθειας και πού αρχίζει μια αντίληψη που αλλοιώνει το ευαγγελικό ήθος;
Ως κληρικός, δεν γράφω τα παρακάτω για να καταγγείλω πρόσωπα ή να πληγώσω απλές και ευλαβείς ψυχές. Γράφω από ποιμαντική ευθύνη. Διότι η Εκκλησία καλείται πάντοτε να θεραπεύει, να φωτίζει και να διακρίνει. Δεν απορρίπτει εύκολα ό,τι αγαπά ο λαός, αλλά ούτε και οφείλει να σιωπά όταν η πίστη μετατρέπεται σε μηχανισμό εξυπηρέτησης αιτημάτων.
Ας ξεκινήσουμε από το βασικό: για τον Άγιο Φανούριο δεν διαθέτουμε έναν παλαιό, αναλυτικό βίο, όπως συμβαίνει με άλλους γνωστούς μάρτυρες της Εκκλησίας. Η γραπτή παράδοση γύρω από το πρόσωπό του είναι περιορισμένη και η τιμή του συνδέεται κυρίως με την εύρεση μιας εικόνας στη Ρόδο. Σύμφωνα με την εκκλησιαστική παράδοση, σε ερείπια παλαιού ναού βρέθηκε εικόνα στην οποία ο τότε μητροπολίτης Ρόδου Νείλος διάβασε το όνομα του Αγίου. Η εικόνα παρουσίαζε έναν νεαρό στρατιωτικό άγιο, ο οποίος κρατούσε σταυρό και αναμμένη λαμπάδα, ενώ γύρω του εικονίζονταν σκηνές μαρτυρίου. Από αυτή την εικονογραφική μαρτυρία η Εκκλησία τον τίμησε ως μάρτυρα.
Η περίπτωση αυτή έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Η τιμή του Αγίου Φανουρίου δεν ξεκινά από έναν λεπτομερή ιστορικό βίο, αλλά από μια εικόνα, από μια λατρευτική εμπειρία και από την πίστη της τοπικής Εκκλησίας. Στην Κρήτη, μάλιστα, η διάδοση της τιμής του φαίνεται να συνδέεται με τη Μονή Βαλσαμονέρου, όπου κατά τον 15ο αιώνα αγιογραφήθηκαν αντίγραφα της εικόνας του Αγίου. Νεότερες μελέτες επισημαίνουν ότι η τιμή του Αγίου Φανουρίου διαμορφώθηκε και εδραιώθηκε σταδιακά, κυρίως μέσα από εικονογραφικές, λειτουργικές και τοπικές παραδόσεις.
Στη συνέχεια προστέθηκαν και αφηγήσεις θαυμαστών επεμβάσεων. Ιδιαίτερα γνωστή είναι η διήγηση για τρεις Κρητικούς κληρικούς, οι οποίοι αιχμαλωτίστηκαν και σώθηκαν με τη θαυμαστή επέμβαση του Αγίου Φανουρίου. Η αφήγηση αυτή συνδέθηκε με την Κρήτη και ενίσχυσε ακόμη περισσότερο τη φήμη του Αγίου ως προστάτη σε δύσκολες και αδιέξοδες περιστάσεις.
Με τον καιρό, ο λαός συνέδεσε το όνομα «Φανούριος» με το ρήμα «φανερώνω». Έτσι ο Άγιος έγινε, στη λαϊκή συνείδηση, εκείνος που «φανερώνει» χαμένα αντικείμενα. Αυτή η σύνδεση είναι ανθρώπινα κατανοητή. Ο άνθρωπος που χάνει κάτι, είτε μικρό είτε μεγάλο, ζητά βοήθεια. Ζητά φως μέσα στην αμηχανία του. Το πρόβλημα δεν βρίσκεται στο να προσευχηθεί κανείς στον Άγιο. Το πρόβλημα αρχίζει όταν ο Άγιος παύει να βιώνεται ως πρόσωπο της Εκκλησίας, ως μάρτυρας Χριστού, και μετατρέπεται σε «υπηρεσία εύρεσης» πραγμάτων ή προσώπων.
Εδώ βρίσκεται μία από τις πρώτες ποιμαντικές δυσκολίες. Υπάρχουν Άγιοι οι οποίοι γίνονται ιδιαίτερα αγαπητοί στη λαϊκή ευσέβεια επειδή το όνομά τους ή η παράδοση γύρω από αυτούς φαίνεται να προσφέρει άμεση πρακτική ωφέλεια. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Άγιος Φανούριος τιμάται ευρέως, ότι του αφιερώνονται παρεκκλήσια και πανηγύρεις, ενώ μεγάλοι Πατέρες της Εκκλησίας, όπως ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής ή ο Άγιος Γρηγόριος Νύσσης, παραμένουν για πολλούς πιστούς σχεδόν άγνωστοι. Ο λόγος είναι απλός και ανθρώπινος: ο Άγιος που «φανερώνει» φαίνεται άμεσα χρήσιμος. Ο Άγιος που διδάσκει θεολογία φαίνεται πιο μακρινός.
Αυτό δεν σημαίνει ότι ο λαός σφάλλει επειδή αγαπά τον Άγιο Φανούριο. Σημαίνει όμως ότι εμείς, ως Εκκλησία, οφείλουμε να προσέχουμε μήπως η σχέση μας με τους Αγίους γίνεται χρησιμοθηρική. Οι Άγιοι δεν είναι μηχανισμοί εκπλήρωσης επιθυμιών. Είναι φίλοι του Θεού, μέλη του σώματος του Χριστού, πρόσωπα τα οποία τιμούμε, αγαπούμε και μιμούμαστε. Δεν προστρέχουμε σε αυτούς για να παρακάμψουμε τον Θεό, ούτε για να εξασφαλίσουμε με εύκολο τρόπο όσα επιθυμούμε. Ζητούμε τις πρεσβείες τους για να μάθουμε να ζούμε μέσα στο θέλημα του Θεού.
Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και το έθιμο της φανουρόπιτας. Η φανουρόπιτα είναι μια νηστίσιμη πίτα, συνήθως παρασκευασμένη χωρίς ζωικά προϊόντα, που προσφέρεται στη μνήμη του Αγίου Φανουρίου. Άλλοτε γίνεται ως τάμα, άλλοτε ως ευχαριστία, άλλοτε ως έκφραση απλής ευλάβειας. Σε πολλές ενορίες ευλογείται στον ναό και μοιράζεται στους πιστούς. Αν το δούμε με αγαθή διάθεση και με εκκλησιαστικά κριτήρια, μπορούμε να πούμε ότι μοιάζει με τους άρτους της αρτοκλασίας: μια προσφορά τροφής που ευλογείται και διανέμεται ως σημείο ευχαριστίας, κοινωνίας και αγάπης.
Ωστόσο, γύρω από τη φανουρόπιτα έχουν αναπτυχθεί και στοιχεία που χρειάζονται προσοχή. Το πρώτο είναι η αντίληψη ότι η πίτα πρέπει οπωσδήποτε να έχει επτά ή εννέα υλικά. Πολλές λαϊκές συνταγές και δημοφιλή κείμενα αναφέρουν ότι τα υλικά πρέπει να είναι μονά, συνήθως επτά ή εννέα, και δίνουν συμβολικές εξηγήσεις γι’ αυτό. Το επτά συνδέεται με τις ημέρες της δημιουργίας, το εννέα με τα αγγελικά τάγματα ή με άλλους συμβολισμούς.
Ο συμβολισμός από μόνος του δεν είναι πρόβλημα. Η Εκκλησία γνωρίζει και χρησιμοποιεί τη γλώσσα των συμβόλων. Το πρόβλημα βρίσκεται στη λέξη «οπωσδήποτε». Όταν ο πιστός θεωρήσει ότι αν βάλει οκτώ υλικά «δεν πιάνει» η πίτα, ότι αν παραλείψει κάτι δεν θα εισακουστεί η προσευχή, ή ότι ο συγκεκριμένος αριθμός λειτουργεί ως κλειδί που ενεργοποιεί τη χάρη, τότε δεν βρισκόμαστε πλέον στην περιοχή της ευλάβειας, αλλά της μαγικής σκέψης. Η χριστιανική πίστη δεν είναι τεχνική. Ο Θεός δεν λειτουργεί με συνταγές, αριθμούς και μηχανικές προϋποθέσεις. Η χάρη Του δεν δεσμεύεται από υλικά, αλλά συναντά τον άνθρωπο μέσα στην πίστη, στη μετάνοια, στην ταπείνωση και στην αγάπη.
Εδώ χρειάζεται και ποιμαντική διάκριση. Αν μια ηλικιωμένη γυναίκα βάζει επτά υλικά επειδή έτσι το έμαθε από τη μητέρα της, δεν είναι σωστό να την προσβάλουμε ή να την ειρωνευθούμε. Η ποιμαντική δεν είναι βία πάνω στην ευαισθησία του ανθρώπου. Είναι όμως αναγκαίο να εξηγούμε με απλότητα ότι ο Θεός δεν μετρά υλικά. Η αξία της προσφοράς βρίσκεται στην καρδιά που προσφέρει, όχι στον αριθμό των συστατικών. Αν ο αριθμός λειτουργεί ως απλός συμβολισμός, μπορεί να γίνει ανεκτός. Αν όμως θεωρείται αναγκαία προϋπόθεση για να «πιάσει» η ευχή, τότε χρειάζεται διόρθωση.
Το δεύτερο προβληματικό σημείο αφορά τη γνωστή ιστορία για τη μητέρα του Αγίου Φανουρίου. Σύμφωνα με τη λαϊκή αφήγηση, η μητέρα του Αγίου ήταν αμαρτωλή ή σκληρή γυναίκα, και ο Άγιος ζήτησε από τους πιστούς να προσεύχονται για τη συγχώρησή της. Από εκεί προέρχεται και η φράση που συχνά λέγεται όταν μοιράζεται η φανουρόπιτα: «Ο Θεός να συγχωρήσει τη μητέρα του Αγίου Φανουρίου». Η ιστορία αυτή είναι συγκινητική και φανερώνει κάτι βαθιά ανθρώπινο: την αγάπη του παιδιού για τη μητέρα και την ελπίδα ότι κανείς δεν είναι έξω από το έλεος του Θεού. Ωστόσο, δεν φαίνεται να στηρίζεται σε παλαιά και ασφαλή αγιολογική μαρτυρία· κυκλοφορεί κυρίως ως λαϊκή διήγηση. Δημοφιλή σύγχρονα θρησκευτικά κείμενα την αναπαράγουν, αλλά αυτό δεν την καθιστά αυτομάτως μέρος της επίσημης εκκλησιαστικής παράδοσης.
Επιπλέον, το μοτίβο του ευσεβούς γιου που προσπαθεί να σώσει την αμαρτωλή μητέρα του δεν είναι αποκλειστικά χριστιανικό. Στην κινεζική βουδδιστική παράδοση είναι γνωστή η ιστορία του Mulian, ο οποίος προσπαθεί να σώσει τη μητέρα του από βασανιστική μεταθανάτια κατάσταση. Η παράδοση αυτή συνδέεται με το Ullambana και έχει ευρεία διάδοση στην Ανατολική Ασία.
Αυτό δεν σημαίνει, φυσικά, ότι η ελληνική λαϊκή αφήγηση προήλθε άμεσα από την κινεζική ή βουδδιστική παράδοση.
