Όταν ο Δεκαπενταύγουστος δεν ήταν απλώς μια ημερομηνία…
Κάποτε ο Αύγουστος ερχόταν αλλιώς.
Δεν τον καταλάβαινες από το ημερολόγιο.
Τον καταλάβαινες από το σπίτι.
Η γιαγιά άναβε νωρίτερα το καντήλι της Παναγίας.
Η μάνα πρόσεχε περισσότερο το τραπέζι λόγω της νηστείας.
Και κάπου το απόγευμα ακουγόταν η καμπάνα…
Παράκληση.
Οι δουλειές έμεναν για λίγο στη μέση.
Το ποτιστήρι στην αυλή.
Η καρέκλα κάτω από την κληματαριά.
Το πιάτο που θα πλενόταν αργότερα.
- «Ετοιμαστείτε, παιδιά. Θα πάμε στην Παναγία.»
Και ξεκινούσαν.
Στα χωριά, άλλοι με τα πόδια.
Οι γυναίκες με ένα ζακετάκι στο χέρι, ακόμη κι αν ήταν Αύγουστος.
Οι γιαγιάδες με τα ονόματα των δικών τους ανθρώπων φυλαγμένα σ’ ένα χαρτάκι.
Και τα παιδιά από πίσω…
χωρίς να καταλαβαίνουν ακόμη γιατί οι μεγάλοι αγαπούσαν τόσο πολύ εκείνες τις αυγουστιάτικες Παρακλήσεις.
Μέσα στο ξωκλήσι μύριζε κερί και λιβάνι.
Κι όταν άρχιζε το:
«Πολλοίς συνεχόμενος πειρασμοίς…»
κάποιες γυναίκες χαμήλωναν το κεφάλι.
Ίσως γιατί εκείνη τη στιγμή έλεγαν στην Παναγία πράγματα που δεν είχαν πει σε κανέναν άνθρωπο.
Ύστερα επέστρεφαν σπίτι.
Η νύχτα είχε πέσει.
Οι γρύλοι ακούγονταν στις αυλές.
Και το καντήλι συνέχιζε να καίει μπροστά στην εικόνα.
Δεν είχαν πολλά.
Δεν ήταν όλα ευκολότερα.
Είχαν όμως κάτι που σήμερα κινδυνεύουμε να χάσουμε:
την αίσθηση ότι ο Αύγουστος ήταν μια μικρή πορεία.
Δεκαπέντε ημέρες που οδηγούσαν …..
Στην Παναγία.
Και ίσως γι’ αυτό, χρόνια αργότερα, ένα παιδί που μεγάλωσε μπορεί να ακούσει τυχαία μια Παράκληση…και χωρίς να ξέρει γιατί,
να μυρίσει πάλι το σπίτι της γιαγιάς.
Να θυμηθεί εκείνο το αναμμένο καντήλι.
Και για μια στιγμή να αισθανθεί ένα χέρι να το κρατά όπως τότε…
στον δρόμο για την εκκλησία.
Αν έχεις ακόμη έναν παππού ή μια γιαγιά κοντά σου, ρώτησέ τους σήμερα:
«Πώς περιμένατε εσείς τον Δεκαπενταύγουστο;»
Και μετά μην πεις τίποτε.
Άκου.
Γιατί οι παλιοί άνθρωποι φεύγουν κάποτε…
αλλά οι ιστορίες που προλάβαμε να τους ζητήσουμε
μένουν
