Υπάρχουν εικόνες που τις προσκυνά ένας τόπος.
Και υπάρχουν εικόνες που κουβαλούν μέσα τους έναν ολόκληρο λαό.
Μία από αυτές είναι η Παναγία Σουμελά.
Στα βουνά του Πόντου, στην ιστορική Μονή της Σουμελά, η εικόνα της Θεοτόκου έγινε για αιώνες καταφύγιο, παρηγοριά και ελπίδα. Γενιές ανθρώπων ανέβαιναν για να γονατίσουν μπροστά Της, να Της αφήσουν έναν πόνο, ένα τάμα, ένα «ευχαριστώ».
Κι όταν ήρθε ο ξεριζωμός, οι άνθρωποι αναγκάστηκαν να αφήσουν πίσω σπίτια, χωριά, εκκλησιές και τάφους προγόνων.
Μα την Παναγία τους δεν την ξέχασαν.
Γιατί υπάρχουν πράγματα που μπορείς να τα χάσεις από τα χέρια σου, αλλά κανείς δεν μπορεί να τα ξεριζώσει από την καρδιά σου.
Η Παναγία Σουμελά έγινε έτσι κάτι περισσότερο από ένα ιστορικό προσκύνημα.
Έγινε Μάνα της προσφυγιάς.
Μάνα της μνήμης.
Μάνα εκείνων που έφυγαν και δεν ξέχασαν.
Και σήμερα, όταν κάποιος στέκεται μπροστά στην εικόνα Της, ίσως να μην κουβαλά έναν ξεριζωμό από πατρίδα.
Μπορεί όμως να κουβαλά έναν άλλο ξεριζωμό…
Μια απώλεια.
Μια αρρώστια.
Ένα παιδί για το οποίο αγωνιά.
Ένα σπίτι που περνά δυσκολίες.
Μια προσευχή που περιμένει χρόνια.
Και τότε καταλαβαίνει γιατί τόσες γενιές ψιθύρισαν μπροστά Της:
«Παναγία μου, μη με αφήσεις.»
Σήμερα, στη δεύτερη ημέρα του Αυγούστου, ας αφήσουμε κι εμείς ένα όνομα στην προσευχή Της.
Έναν άνθρωπο που αγαπάμε.
Έναν άνθρωπο που πονά.
Ή ακόμη κι εκείνον που δεν έχει κανέναν να προσευχηθεί γι’ αυτόν.
Παναγία Σουμελά,
Μάνα του Πόντου και παρηγοριά των πονεμένων, σκέπαζε τις οικογένειές μας
και κράτα αναμμένο μέσα μας το καντήλι της πίστεως.
